Βίοι Πλοίων - Γιάννης Μίχας


Γοργόνες αγαπητικιές, ουράνιες θάλασσες, σκαριά και το όνειρο της ναυτοσύνης ένα λιμάνι στην άκρη της γης σαν αυτό που προσπερνά ξεφούσκωτος ο Οδυσσέας χάριν της δόξας των πλοίων. Μικρές προσευχές, εγκόλπιο καταστρώματος, ατομικός πορτολάνος, τα σχέδια και οι σκόρπιοι στίχοι, ξόρκια και ευχές για τις τυχαίες ώρες της μέρας. Πλοία,ω!πλοία, σαν τους Αγίους των Ελλήνων βαδίζετε στο νερό.















Η ζωγραφική του Γιάννη Μίχα


Ο,τι συμβαίνει σε έναν αιώνα, το σπέρμα έχει τεθεί τον προηγούμενο αιώνα. Οι ζωγραφικές κατακτήσεις των καλλιτεχνών του 19ου αιώνα συχνά αμφισβητήθηκαν για πολιτικούς λόγους στον 20ό αιώνα, δημιουργώντας το Νταντά, τους Φλούξους, η Τέχνη πέθανε και τα λοιπά. Αλλά και στον 19ο η μεγαλοαστική τάξη έβλεπε τον Βαν Γκογκ και κυρίως τον Κουρμπέ σαν τέρατα της κοινωνίας. Δικαιολογημένα ο Πικάσο χαρακτηρίζει τα έργα τέχνης «όπλο». Ο Βαν Γκογκ έγραφε οτον αδερφό του «σήμερα έστησα ένα κίτρινο», καθαρό στοιχείο της μοντέρνας τέχνης. «Το χρώμα και το σχήμα είναι θέμα» αποτελεί τη βασικότερη διαφορά μοντέρνας και κλασικής τέχνης. Η τέχνη, όταν δεν είναι θρησκευτική ή λαϊκή, ακολουθεί την εξέλιξη της κοινωνίας στην επιστήμη, φιλοσοφία, θεολογία. Ο Σωκράτης στον Φαίδωνα μας λέει: «η τέχνη και η φιλοσοφία έχουν την ίδια μούσα να εμπνέονται». Ο Αριστοτέλης μας λέει: «ο κύκλος της αισθητικής περιέχει τον κύκλο της επιστήμης, της φιλοσοφίας, και της θεολογίας». Ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια «εν Αυλίδι», η οποία αποφασίζει να πεθάνει για την Ελλάδα, μας δίνει την σκέψη της που θα έπρεπε να είναι γραμμένη σε όλα τα βιβλία της εκπαίδευσης. Ομως και από τους τρεις η δημοκρατία απαλλάχτηκε με κώνειο και εξορία.
Ο Γιάννης Μίχας διαλέγει τον δύσκολο δρόμο της ζωγραφικής ποιότητας. Με ελληνική λογική και με οδηγό την προσωπικότητα του, κάνω μια ειλικρινή αναφορά στην Ιστορία της Τέχνης. Η εύκολη λύοη οδήγησε πολλούς στη λογική της μοντέρνας τέχνης με αντικοινωνικούς στόχους. «Η σημερινή τέχνη πρέπει να είναι σοβαρή και δύσκολη» μας λέει ο Αντόρνο στο βιβλίο του Αισθητική θεωρία, για να πάψει ο κόσμος να είναι απλώς καταναλωτικό κοινό. Ο χώρος στην ζωγραφική του Γιάννη Μίχα υποβάλλεται, δεν είναι χειροπιαστός, προβάλλεται προς τα μπρος, δεν έχει την προοπτική του βάθους, στοιχείο της μοντέρνας τέχνης. Το έργο του είναι απλό, χωρίς περιγραφή και με ασιατίζουσα ευρωπαϊκή αντίληψη.
«Το χρώμα είναι από μόνο του και σχήμα και θέμα» έλεγε ο Ντελωναί. Ο Γιάννης Μίχας εκφράζεται με το χρώμα και τον ενδιαφέρει η τεχνική, που τελικά αναδεικνύει τον καλλιτέχνη. Αποτελεί ο τρόπος αυτός μια καλλιτεχνική οπτική. Φαίνεται να είναι υπερπραγματική, κάτι σαν μια αρχέτυπη μορφή.
Έχει την εντύπωση ο θεατής ότι η διάρκεια μοιάζει να έχει ανασταλεί, χαρακτηριστικό της μοντέρνας τέχνης. Η καθημερινή ζωή εμφανίζεται υπό το πρίσμα της αιωνιότητας. Η ζωγραφική του ανήκει οτην μετακυβιοτική αντίληψη. Αυτή τη λογική είχαν ακολουθήσει οι κυβιστές. Για το ζωγράφο Γιάννη Μίχα το σημαντικότερο από τα πλαστικά στοιχεία είναι το σχήμα. Μόνο όταν έχει ολοκληρωθεί το οχήμα-ούνθεση χωρίς να αφήνει κανένα σημείο του πίνακα να του αποσπάσει το ενδιαφέρον, το έργο έχει αποκτήσει τη δική του ζωή, τότε το σχέδιο αναδεικνύεται. ΓΓ αυτό πρέπει να εκτιμήσουμε την τρισδιάστατη λογική των έργων του, που μοιάζουν να αντανακλώνται σε έναν καθρέπτη από γυάλινο μωσαϊκό. Ο Γιάννης Μϊχας οπό πρώτη ματιά κάνει παραστατική ζωγραφική. Η απάρνηση των μορφολογικών στοιχείων οδηγοί οτην επιτυχία του έργου του. Συγχρόνως βλέπουμε ψυχοπνευματικές διεργασίες που μας οδηγούν σε τέχνη βαθύτατα πνευματική. Αρκείται οτη γεωμετρική εκμετάλλευση της διαθλαοτικάτητας του ίδιου του φωτός, θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τα καράβια του κομματιασμένα ουράνια τόξα. Το θέμα του παύει να είναι αντικειμενικό και μετατρέπεται σε μια σύνθεση που δεν απορρέει από παρατήρηση στη φύοη. Βαθύτερα πνευματικό, μας οδηγεί στο αισθητικό αποτέλεσμα μιας αυστηρότητας και ακρίβειας, η οποία τον χαρακτηρίζει και στα πολιτικά του καθήκοντα, τα οποία ταυτίζονται με την πολιτική της τέχνης, σύμφωνα με τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη: «Η τέχνη νομοθετεί». ΓΓ αυτό δεν τίθεται στην περίπτωση του Γιάννη Μίχα η ερώτηση: «ο πολιτικός ζωγραφίζει ή ο ζωγράφος ασχολείται με την πολιτική;». Δέχεται ότι η ζωγραφική αποτελεί έναν ελεύθερο συνδυασμό εικόνων και όχι μία, καθορισμένη από τους νόμους της προοπτικής. Με αυτόν τον τρόπο εντάσσεται σε μια άλλη παρέκκλιση μετά κυβιστική, πλησιάζοντας προς τον ορφισμό δηλ. την τέχνη που αξιοποιεί τα δικά της οπτικά στοιχεία, δημιουργώντας καινούργια ζωγραφική πραγματικότητα, με απλότητα και ένταση.
Αξιολογούμε την σύνθεση σαν το κύριο αισθητικό αποτέλεσμα στα έργα του. Κάθε στοιχείο της πραγματικότητας κομματιάζεται για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια σαν δομικό στοιχείο. Το πλοίο κομματιάζεται, τα υλικά του, χρησιμεύουν για την αναδόμηση μιας ανεξάρτητης νέας εικόνας. Πρόκειται για μια πράξη πειθαρχίας, αλλά και παράλληλα απελευθέρωσης, που υπήρξε άλλωστε και η αφετηρία για την πολύμορφη ανάπτυξη των πλαστικών τεχνών στο δυτικό κόσμο. Ο Γιάννης Μίχας απελευθερώνεται με τη ζωγραφική του. Η πρωτοτυπία της απελευθέρωσης μας θυμίζει την ιδιοσυγκρασία του Ντελωναί, από τη στιγμή που δέχεται ότι η φαντασία οδηγεί όχι στη σταθερότητα μιας προοπτικής άποψης, αλλά στον ελεύθερο συνδυασμό των πλαστικών στοιχείων. Άλλωστε αυτή είναι η αφαίρεση: καινούργια εικόνα με την ανασύνθεση των ίδιων πλαστικών-φυσικών στοιχείων. Στο έργο του δημιουργείται ένα ύφος που αποκτάται μέσα από μια ολοκληρωμένη και λογική γεωμετρική δόμηση.
Αυτό που τελικά αποπνέεται από ένα έργο τέχνης είναι το ύφος. Στον Γιάννη Μίχα είναι η αυστηρή διαύγεια του περιεχομένου, που ταυτίζεται με το παράδοξο στη σύνθεση, καθαρά στοιχεία ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Η αξία της τέχνης του είναι ο συνδυασμός της συγκεκριμένα αφηρημένης μορφής, χωρίς την επίδραση της ψευτιάς της σημερινής εποχής, και έχει ανταπόκριση στην ανθρώπινη ευαισθησία. Αυτή θεωρούμε ότι είναι η μεγάλη προσφορά στην ελληνική τέχνη του ζωγράφου Γιάννη Μίχα.


Θ. Στεφόπουλος

Ο Γιάννης Μίχας ζωγραφίζει


Ο Γιάννης Μίχας ζωγραφίζει εδώ και αρκετά χρόνια τοπία της θάλασσας, καράβια κι αραξοβόλια. Η ζωή του, άλλωστε, είναι συνδεδεμένη με τον κόσμο της θάλασσας, την φυσική και μεταφορική αλμύρα. Γι’ αυτό και τα περισσότερα από τα έργα του πηγάζουν από τη συγκεκριμένη, βιωματική του σχέση, καθώς και από πάμπολλες μνήμες που έχει το υποσυνείδητο του συγκρατήσει, στη διάρκεια των ετών.
Με βάση την ρεαλιστική αναπαράσταση, ο καλλιτέχνης επιχειρεί την ανάπτυξη ενός εικαστικού διαλόγου σχετικού με τις περιπέτειες του φωτός και των αντανακλάσεων. Συνήθως κυβίζει το χώρο του, φανερώνοντας μια εσωτερική δόμηση πεδίου, που λειτουργεί ως ένα είδος κανάβου, τον οποίο δεν παρακολουθεί ωστόσο σταθερά, γιατί δεν υποτάσσεται εγκεφαλικά στους εμπειρισμούς του. Αντίθετα, θα λέγαμε, χρησιμοποιεί τους τριγωνισμούς που ανακύπτουν από τις διαγώνιες συναρτήσεις των πολλαπλασίων ή των υποπολλαπλασίων μιας μετρικής μονάδας, όπου αυτοί οι τριγωνισμοί, διαπλεκόμενοι ο ένας μέσα στον άλλον, με την βοήθεια του φωτός, προσφέρουν στον ζωγράφο το γόνιμο έδαφος της παρείσφρησης του χώρου στη μορφή κι αντιστρόφως. Η συγκεκριμένη οσμωτική σχέση διαπιστώνεται όχι μόνο στα σχήματα, αλλά και στα χρώματα, με κυρίαρχες τις αντανακλάσεις τους στα νερά, στα νέφη του ουρανού ή στην αίθρα του αέρα. Ο χρωστήρας του Γιάννη Μίχα αποδίδει τις εντυπώσεις από μια σειρά φυσικών παρατηρήσεων του βλέμματος. Παράλληλα, ο καλλιτέχνης αποτυπώνει την αίσθηση από εικόνες που έχει ανακρατήσει η μνήμη του. Η επαλληλία των δυο παραμέτρων τον οδηγεί στην επιλογή ενός τρόπου συγκερασμένης εκφραστικής διατύπωσης, όπου το στιγμιαίο γεγονός υποβάλλεται ως μνημειώδες κι αντιστρόφως. Η σταθερότητα κι ευκρίνεια απεικόνισης της φόρμας μετατρέπεται σε μια φευγαλέα, μεταβλητή κατάσταση, υποκείμενη στις αέναες κι απροσδιόριστες αλλαγές. Η χρωματική κλίμακα, στα έργα του Γιάννη Μίχα βασίζεται κυρίως στις μετεμπρεσσιονιστικές αντιθέσεις και στις εξισορροπήσεις των θερμών με τους ψυχρούς τόνους. Τα φαιά, τα σκούρα καφετιά, οι ωχρές, τα πορτοκαλί και τα ρόδινα χρώματα εναρμονίζονται με τα μπλε, τα σμαραγδένια και τα γαλάζια ή τις σκοτεινές σέπιες, όπου η σύνθεση το απαιτεί.
Η γραφή είναι σχεδιαστικά προσηλωτική στις λεπτομέρειες, ενώ ο ρεαλισμός, εντελώς παράδοξα κάποτε, εμβολιάζεται και με υπερρεαλιστικά στοιχεία. Από την άλλη πλευρά, ο κυβισμός του χώρου, ανατρέπει σε πολλά σημεία την κλασικίζουσο προοπτική, χωρίς ωστόαονα την ακυρώνει. Τα επίπεδα βάθους συγχωνεύονται με εκείνο της επιφανείας, ενώ η μνήμη που απελευθερώνεται από την φαντασία, διαστέλλει τον ορίζοντα.
Πρόκειται για έναν ψυχοδυναμικά ορίζοντα που πρισματικά αποκρυσταλλώνει τις νωπές εντυπώσεις ή τις συγκινησιακά υγρές αναμνήσεις, μετατρέποντας τες σε διαστρωματώσεις υποσυνείδητο.
Θάλασσες κι ακρογιαλιές, ξωκκλήσια και πολιτείες σκαρφαλωμένες στα βράχια, συντροφεύονται με άνυδρα, αιγαιοπελαγίτικα τοπία, μελτέμια και χαλάσματα των εποχών, μαρτυρώντας ταξίδια και πλόες μακρινούς στην ιστορία και στα αρχέτυπα, στα σύμβολα κοι στην γνώριμη καθημερινότητα. Είναι η καθημερινότητα ενός ανθρώπου που ζει και ταυτοχρόνως ονειρεύεται, εξαντικειμένιζοντας, άλλοτε μέσα από τις τεχνικές του λαδιού, πότε με ξυλοχρώματα ή παστέλ, τα εσωτερικά του τοπία της νηνεμίας ή της φούσκο θαλασσί ας, των ποντοπόρων πλοίων ή των ψαροκάικων, καθώς διατηρούν πάνω στα σκαριά τους ίχνη απ' τους αντίλαλους της άγνωστης, μεγάλης θεάς της θάλασσας, των μύθων και του αντικαθρεφτίσματος των μυστικών της.


Αθηνά Σχινά

Κριτικός και Ιστορικός Τέχνης Μέλος της Ε.Ε.Τ. (Α.Ι.Ο.Α.)