ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ



Για πολλά χρόνια τριγυρίζω στη θάλασσα, συντροφεύοντας τους ανθρώπους που καθημερινά αφιερώνουν την ζωή τους γύρω από αυτήν.
Ατελείωτες ώρες περιδιαβαίνω τις γειτονιές που είναι ποτισμένες με την αλμύρα και τα χρώματα της θάλασσα ή των πολυτάξιδων καραβιών που έρχονται και φεύγουν, σαν τα αποδημητικά πουλιά.
Άνθρωποι μετακινούνται κι επιστρέφουν, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά των πλοίων, μέχρι τις ταπεινές ψαρόβαρκες, τον καθημερινό τους μόχθο, που τον βρίσκεις να αντανακλά στα βράχια, στις προκυμαίες, καθώς και στους παραδοσιακούς οικισμούς.
Γνωρίζω πολύ καλά αυτόν το μόχθο που κρύβεται στα αμπάρια, μαζί με την νοσταλγία του γυρισμού στα πάτρια εδάφη, τα στεριανά.
Ανακαλώντας εικόνες από την μνήμη μου, αναζητώ την ανθρώπινη ανάσα τους. Γυρεύω να αναψηλαφίσω το τοπίο. Ένα τοπίο, που η φύση του αλλάζει κάθε στιγμή, μαζί με το φως, τον χρόνο, τις εποχές.
Με την ζωγραφική, ξαναζωντανεύω τις μύχιες σκάψεις και τις επιθυμίες όλων αυτών των ανθρώπων, που αναχωρούν κι εκείνων που τους περιμένουν. Αυτόν τον εσωτερικό διάλογο, σαν αντίχηση, προσπαθώ να αποδώσω, όταν βρίσκομαι μπροστά σε ένα άδειο τελάρο.
Παίρνοντας τα χρώματα και αντλώντας σχήματα και μορφές που έχουν αποθηκευτεί στην μνήμη μου, μέσα από τις εκατοντάδες περιδιαβάσεις, οδοιπορώ εκφραστικά στα μονοπάτια της θάλασσας.
Προσπαθώ να εκφράσω την ανείπωτη ομορφιά που συνήθως περνά απαρατήρητη. Θέλω να διατυπώσω τις τόσες διαφορετικότητας και ποικιλίες που κρύβει η ίδια η ζωή. Προσπαθώ να ταξιδέψω, αποτυπώνοντας μύριες μνήμες και προπάντος την μεγάλη αγάπη και αφοσίωση μου προς τους ανθρώπους και τους τόπους που είναι και θα παραμείνουν οι πηγές της έμπνευσής μου.
Μέσα από τις περιπλανήσεις μου, προσπαθώ να αντιπαλέψω τη λήθη και το ξεθώριασμα των εικόνων που χάνονται, διατυπώνοντας με τα μάτια της καρδιάς μου, αυτά που έβλεπα και συνεχίζω να βλέπω στις θάλασσες, στο μπλε, στα ατλάζια, στις ώχρες, και στους γαλάζιους λαμπυρισμούς της Ελλάδας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΣ

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ



Ο Γιάννης Μίχας ζωγραφίζει εδώ και αρκετά χρόνια τοπία της θάλασσας, καράβια κι αραξοβόλια. Η ζωή του, άλλωστε είναι συνδεδεμένη με τον κόσμο της θάλασσας, την φυσική και μεταφορική της αλμύρα.
Γι’ αυτό και τα περισσότερα από τα έργα του πηγάζουν από τη συγκεκριμένη, βιωματική του σχέση, καθώς και από πάμπολλες μνήμες που έχει το υποσυνείδητό του συγκρατήσει, στη διάρκεια των ετών.
Με βάση την ρεαλιστική αναπαράσταση, ο καλλιτέχνης επιχειρεί την ανάπτυξη ενός εικαστικού διαλόγου σχετικού με τις περιπέτειες του φωτός και των αντανακλάσεων.
Συνήθως κυβίζει το χώρο του, φανερώνοντας μια εσωτερική δόμηση πεδίου, που λειτουργεί ως ένα είδος κανάβου, τον οποίο δεν παρακολουθεί ωστόσο σταθερά, γιατί δεν υποτάσσεται εγκεφαλικά στους επιμερισμούς του.
Αντίθετα, θα λέγαμα, χρησιμοποιεί τους τριγωνισμούς που ανακύπτουν από τις διαγώνιες συναρτήσεις των πολλαπλασίων η των υποπολλαπλασίων μιας μετρικής μονάδας, όπου αυτοί οι τριγωνισμοί, διαπλεκόμενοι ο ένας μέσα στον άλλο, με την βοήθεια του φωτός, προσφέρουν στο ζωγράφο το γόνιμο έδαφος της παρείσφρησης του χώρου στη μορφή κι αντιστρόφως.
Η συγκεκριμένη οσμωτική σχέση διαπιστώνεται όχι μόνο στα σχήματα, αλλά και στα χρώματα, με κυρίαρχες τις αντανακλάσεις τους στα νερά, στα νέφη του ουρανού ή στην αίθρα του αέρα.
Ο χρωστήρας του Γιάννη Μίχα αποδίδει τις εντυπώσεις από μια σειρά φυσικών παρατηρήσεων του βλέμματος.
Παράλληλα ο καλλιτέχνης αποτυπώνει την αίσθηση από εικόνες που έχει ανακρατήσει η μνήμη του.
Η επαλληλία των δυο παραμέτρων τον οδηγεί στην επιλογή ενός τρόπου συγκερασμένης εκφραστικής διατύπωσης, όπου το στιγμιαίο γεγονός υποβάλλεται ως μνημειώδες και αντιστρόφως.
Η σταθερότητα κι ευκρίνεια απεικόνισης της φόρμας μετατρέπεται σε μια φευγαλέα, μεταβλητή κατάσταση, υποκείμενη στις αέναες κι απροσδιόριστες αλλαγές.
Η χρωματική κλίμακα, στα έργα του Γιάννη Μίχα βασίζεται κυρίως στις μετεμπρεσσιονιστικές αντιθέσεις και στις εξισορροπήσεις των θερμών με τους ψυχρούς τόνους.
Τα φαιά, τα σκούρα καφετιά, οι ώχρες, τα πορτοκαλί και τα ρόδινα χρώματα εναρμονίζονται με τα μπλε, τα σμαραγδένια και τα γαλάζια ή τις σκοτεινές σέπιες, όπου η σύνθεση το απαιτεί.
Η γραφή είναι σχεδιαστικά προσηλωτική στις λεπτομέρειες, ενώ ο ρεαλισμός, εντελώς παράδοξα κάποτε, εμβολιάζεται και με υπερρεαλιστικά στοιχεία.
Από την άλλη πλευρά, ο κυβισμός του χώρου, ανατρέπει σε πολλά σημεία την κλασικίζουσα προοπτική, χωρίς, ωστόσο να την ακυρώνει.
Τα επίπεδα βάθους συγχωνεύονται με εκείνα της επιφάνειας, ενώ η μνήμη που απελευθερώνεται από την φαντασία, διαστέλλει τον ορίζοντα.
Πρόκειται για ένα ψυχοδυναμικό ορίζοντα που πρισματικά αποκρυσταλλώνει τις νωπές εντυπώσεις ή τις συγκινησιακά υγρές αναμνήσεις, μετατρέποντας τις σε διαστρωματώσεις ανιχνεύσεων του ορατού και των αποτυπωμάτων που αφήνει πίσω του ο καιρός, ή το συλλογικό υποσυνείδητο.
Θαλασσιές και ακρογιαλιές, εκκλησάκια και πολιτείες σκαρφαλωμένες στα βράχια συντροφεύονται με άνυδρα αιγαιοπελαγίτικα τοπία, μελτέμια και χαλάσματα των εποχών, μαρτυρώντας ταξίδια και πλόες μακρινούς στην ιστορία και τα αρχέτυπα, στα σύμβολα και στην γνώριμη καθημερινότητα.
Είναι η καθημερινότητα ενός ανθρώπου που ζεί και ταυτοχρόνως ονειρεύεται, εξαντικειμενίζοντας, άλλοτε μέσα από τις τεχνικές του λαδιού, πότε με ξυλοχρώματα ή παστέλ, τα εσωτερικά του τοπία της νηνεμίας ή της φουσκοθαλασσιά, των ποντοπόρων πλοίων ή των ψαροκάικων, καθώς διατηρούν πάνω στα σκαριά τους ίχνη απ’ τους αντιπάλους της άγνωστης, μεγάλης θεάς της θάλασσας, των μύθων και του αντικαθρεφτίσματος των μυστικών της.

Αθηνά Σχινά Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Τεχνοκριτικών και Ιστορικών Τέχνης, καθώς και της A.I.C.A