ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΣ Θαλασσινή Ζωή



Με την αισθαντικότητα του ανθρώπου που παρατηρεί και αναθυμάται, ο Γιάννης Μίχας περιδιαβαίνει τα λιμάνια της θάλασσας και τους βίους του μόχθου, της νοσταλγίας, της μνήμης, των ελπίδων, της προσδοκίας και της αναπόλησης. Η ζωγραφική, για τον καλλιτέχνη αυτόν, είναι ένας τρόπος άσκησης και αποτύπωσης διασταυρούμενων στιγμιοτύπων από βιώματα του παρελθόντος και του παρόντος.
Ο χρόνος με τις τροχιές του και το φως με τις εντάσεις του διαφοροποιούν, συνήθως, και μετασχηματίζουν τα φαινόμενα, καθώς εκείνα διαπλέκονται με τις διεργασίες της μνήμης, μέσα από τις μορφές που παραπέμπουν σε αρχέτυπα και μέσα από τις νομοτέλειες που μας καθορίζουν.
Ο Γιάννης Μίχας δεν έχει πρόθεση να καταγράψει απλώς όσα το βλέμμα του συλλαμβάνει κι όσα η φαντασία του γεννά, από τα ακούσματα, τις τόσες αφηγήσεις και τους συνειρμούς. Την θαλασσινή ζωή, με τις φανερές και τις απόκρυφες πλευρές, δεν την αντιμετωπίζει ως θεατής. Η καθολική του προσπάθεια, από τότε που άρχισε να ζωγραφίζει – πάνε τώρα πολλά χρόνια – είναι να εκφράσει το μυστήριο μιας αποκάλυψης αντιφατικών καταστάσεων, που συνυπάρχουν στους «βίους και στις πολιτείες» των θαλασσινών, επωνύμων και ανωνύμων, που καθημερινά αντιπαλεύουν με τα κύματα, αντιμετωπίζοντας Σειρήνες και Συμπληγάδες και ανάμεσα την Κίρκη και τους Κύκλωπες, ενώ αποβλέπουν στον πηγαιμό προς μίαν Ιθάκη, πότε μακρινή και άλλοτε κοντινή. Μια Ιθάκη που φαντάζει ως τέρμα, ενώ στην πραγματικότητα είναι πάντοτε ένας διάμεσος σταθμός ζωής, το κάθε της λιμάνι.
Με ρεαλιστική ειλικρίνεια, σχεδιαστική αμεσότητα, χρωματική εξισορρόπηση αλληλοσυμπληρούμενων τόνων, ο Γιάννης Μίχας στις ζωγραφικές του επιφάνειες, ενδιαφέρεται να αποδώσει το διάλογο ανάμεσα στο στιγμιαίο και στο διαρκές γεγονός, το οποίο αντιπαραβάλλεται απέναντι στη σύμπτωση, στο τυχαίο, στο μοιραίο ή στο επαναλαμβανόμενο, που ποτέ δεν είναι το ίδιο. Είναι όπως οι καθημερινές μας συνήθειες και πράξεις που φαντάζουν ίδιες, ενώ πάντα είναι διαφορετικές, όπως το φως του ήλιου, η ιδιάζουσα κάθε φορά ατμόσφαιρα, οι ψυχοσυνθέσεις της, οι διαθέσεις μας και οι εποχές.
Οι συνθετικά στερεοσκοπικές δομές της κάθε εκφραστικής διεργασίας του ζωγράφου πάνω στο τελάρο, υποδεικνύουν τη δωρικότητα ανάπτυξης των επιπέδων βάθους και επιφάνειας, στα έργα του. Με κυβιστική ανάλυση και επαναδιάταξη μορφών, φωτός και χώρου, ο Γιάννης Μίχας, δημιουργεί τον δικό του προσωπικό ιστό «αφήγησης» των συνοπτικών και περιεκτικών του εμψυχωμένων τοπίων, όπου η φύση έχει εμποτιστεί από τα ανθρώπινα θαύματα και τραύματα μιας περιπέτειας ζωής, ενώ οι μορφές εγκατοικούν στον χώρο, ως αδιάσπαστες μονάδες μια φυσιοκρατικής, θαρρεί κανείς, νομοτέλειας.
Το πλέγμα συνιζήσεων, χρωματικών οσμώσεων και σχεδιαστικών αλληλοκαθορισμών, μέσα από τις αποσπασματικές των πλάνων της κάθε σύνθεσης του καλλιτέχνη, μας μεταφέρει το κλίμα και το ύφος μιας ολόκληρης ζωής, όπου η θάλασσα με τις ποικιλίες των εκφάνσεών της απαυγάζει και διαμορφώνει τυς ανθρώπινούς της τύπους, ενώ εκείνοι με τον χρόνο «ζυμώνονται» μαζί της, αποτελώντας τα μέρη ενός λειτουργικού συνόλου.
Για να μεταδώσει στους θεατές του ο Γιάννης Μίχας, τη διαφορετικότητα χαρακτήρα χροιάς της κάθε του σύνθεσης, χρησιμοποιεί, με επιλεκτικότητα και άνεση, διαφορετικά υλικά. Έτσι βλέπουμε έργα του με λινέλαιο, ξηρά παστέλ, χρωματιστά μολύβια και κάρβουνο ή μεικτές τεχνικές, που συνήθως ο καλλιτέχνης τις μεταχειρίζεται χωρίς προετοιμασία του καμβά, άλλοτε πάλι απευθείας πάνω σε χαρτόνι, αφήνοντας φανερούς τους πόρους του.
Η ευρηματικότητα, η ενάργεια του βλέμματος, η ειλικρίνεια των προθέσεων και η αμεσότητα της αποτύπωσης, δεν αναστέλλουν την ποιοτικότητα ύφους του δημιουργού, που αρκετές φορές εμπνέεται από στίχους παλαιότερων ποιητών, όπως του Κ. Εμμανουήλ, του Ν. Καββαδία και άλλων ομοτεχνών τους. Η ζωγραφική, ωστόσο, έχει την δική της γλώσσα, τα δικά της φάσματα ενδοσκοπήσεων και ενατένισης. Και ο Γιάννης Μίχας, σε κάθε του έργο, μας μεταφέρει, νοερά και αισθαντικά, στους δρόμους της θάλασσας και των λιμανιών, στον αγαπημένο του Πειραιά, στα δρομολόγια και τα βάθη των νερών, κυρίως όμως στα μήκη κύματος ακτών και θαλασσών, όπου συναντούμε τα ξεχασμένα και παραλειπόμενα της ζωής, μαζί με τα ταπεινά, - «τα μικρά» του κόσμου τούτου μαζί με τα «μεγάλα» - που μας συντροφεύουν, μας ταξιδεύουν και μυθεύουν τα όνειρά μας.

Αθηνά Σχινά Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης Μέλος της Ε.Ε.Τ (A.I.C.A)

Οι εικόνες της Θάλασσας



Τα λόγια πολλές φορές περιττεύουν. Κάποτε, μάλιστα, μπορούν και αδυνατίζουν τις εικόνες. Μιλώ για κείνες τις εικόνες που μου έρχονται στον νου, όταν ο ήλιος έχει δύσει και η ζωή των λιμανιών αρχίζει να βυθίζεται στις βραδινές τις ώρες.
Είναι τότε που αποσύρομαι, παίρνοντας για συντροφιά μου τα χρώματα. Πότε τα ξηρά παστέλ, άλλοτε ένα κομμάτι κάρβουνο, ίγα χρωματιστά μολύβια και κοντά σ’ αυτά, τα πινέλα μου, τα χαρτιά, ένα κομμάτι μουσαμά, για να αρχίσω να ταξιδεύω κοντά σ’ αυτούς που γνώρισα, σ’ άλλους που φαντάζομαι μέσα από τις σκιές τους, κοντά στα θεόρατα σκαριά ή στις βάρκες τις δεμένες στα βράχια της αναμονής.
Η θάλασσα, απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ήταν ένα μεγάλο αίνιγμα για μένα, ένα αναπάντητο ερωτηματικό.
Αγναντεύοντας, αισθανόμουν την τρυφερότητα και θαλπωρή της όταν τα κύματα ρυτίδωναν το δέρμα της, ανοίγοντας δρόμους για τα πλοία που έφευγαν με το βαρύ φορτίο ή για κείνα που γύρναγαν από τις ξενιτιές του κόσμου.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που γνώρισα και το άλλο πρόσωπο της θάλασσας, με τους ανέμους, τις φουσκονεριές, την αφρισμένη οργή και τις τρικυμίες των ονείρων να αποτυπώνονται στις καρδιές και στα υγρά, απ’ τον ιδρώτα, μέτωπα των ναυτικών. Άλλοι στα αμπάρια, στο κατάστρωμα, στην τιμονιέρα, στο μηχανοστάσιο κι οι άλλοι στο καμπούνι να αντιπαλεύουν με τον μόχθο τον καθημερινό…
Την θάλασσα δεν την είδα ποτέ ξεκομμένη απ’ τους ανθρώπους της. Αντίθετα, θα’ λεγα, πως πάντα πρόβαλα σ’ αυτήν τις μνήμες που εμπότισαν την μια γενιά κοντά στην άλλη, όπως η άμπωτις και η πλημμυρίδα, τα φώτα του ήλιου που έκαναν τα νερά να λαμπυρίζουν κι άλλοτε να θαμπώνουν από το δάκρυ των καημών και την χαρά των διαβατικών ερώτων.
Για μένα, κάθε λιμάνι είναι μια μικρογραφία ζωής με όλες τις αλήθειες, τις πλάνες, τις αντιθετικότητες και τις αμφισβητήσεις.
Πιάνοντας τα χρώματα με τα πινέλα ή τα μολύβια μου, θέλησα να προσεγγίσω τις άπιαστες στιγμές και φευγαλέες του νόστου και της λαχτάρας.
Ο χρόνος ξεπλένει, όπως το νερό, την ζωντάνια αυτού του αντιφατικού μυστηρίου, της ασύλληπτης μαγείας που γοργά μεταμορφώνει το παρόν των εικόνων σε παρελθόν. Μέσα από τη ζωγραφική μου δεν επιθύμησα παρά να αντιπαλέψω με την λήθη και το ξεθώριασμα των εικόνων που χάνονται.
Αποτυπώνω στιγμιότυπα ζωής και δράσης, αναπόλησης και μνημείωσης, ανάμεσα στο φως και την σκιά, στους αγριεμένους και τους ήρεμους καιρούς των ανακλάσεων από τις χαρακιές που αφήνουν στα μέτωπα και στις παλάμες, οι «χάρτες» βίου μιας πορείας ανεξάντλητης από χρώματα και σχήματα που αντιφεγγίζουν, επιζητώντας ένα ανεξίτηλο αντίκρυσμα.
Ευχαριστώ την μοίρα που με οδήγησε στην συντροφιά των καραβιών, στο λιμάνι του Πειραιά, στην Πειραϊκή στην Φίλωνος, στο παλιό ταχυδρομείο, στο Σιλό και στην Καστέλλα, με το μεσουράνημα και τα δειλινά, αλλά και το καθημερινό επόμενο ξημέρωμα τόσων και τόσων ανθρώπων, που μοιράζονται τις τύχες τους μαζί μου.
Σ’ αυτούς, άλλωστε, αφιερώνω τούτη την έκθεση, σαν ελάχιστο δείγμα της εκτίμησης, του θαυμασμού και της αλληλεγγύης, που αισθάνομαι για αυτούς.

Γιάννης Μίχας